τετράγωνος

τετράγωνος
η , ο [ος , ον ]
1) квадратный; четырёхугольный; 2) здравый, разумный;

κεφάλι τετράγωνο — здравый ум;

3) неопровержимый; основательный;

τετράγωνη λογική — железная логика


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τετράγωνος" в других словарях:

  • τετράγωνος — with four angles masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετράγωνος — η, ο / τετράγωνος, ον, ΝΜΑ 1. αυτός που έχει σχήμα τετραγώνου, δηλ. αυτός που έχει τέσσερεις γωνίες ορθές και τέσσερεις πλευρές ίσες (α. «τετράγωνα ιστία» β. «δοκοὺς τετραγώνους», Θουκ.) 2. μτφ. τέλειος όπως το τετράγωνο, σταθερός, θετικός,… …   Dictionary of Greek

  • τετράγωνος — η, ο 1. αυτός που έχει σχήμα τετραγώνου. 2. σταθερός, ακαταμάχητος: Τετράγωνη λογική. 3. αριθμός που προέρχεται από δύο ίσους παράγοντες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τετραγωνότερον — τετράγωνος with four angles adverbial comp τετράγωνος with four angles masc acc comp sg τετράγωνος with four angles neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγώνω — τετράγωνος with four angles masc/fem/neut nom/voc/acc dual τετράγωνος with four angles masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγώνως — τετράγωνος with four angles adverbial τετράγωνος with four angles masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετράγωνον — τετράγωνος with four angles masc/fem acc sg τετράγωνος with four angles neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Νιννίου πίνακας — Τετράγωνος πήλινος πίνακας, με δύο παραστάδες και αέτωμα, που βρέθηκε το 1895 σπασμένος σε εννέα κομμάτια, στην αυλή του ιερού της Ελευσίνας. Στις τέσσερις άκρες του έχει ισάριθμες τρύπες, από τις οποίες κρεμόταν σε τοίχο. Πρόκειται για… …   Dictionary of Greek

  • τετραγώνοις — τετράγωνος with four angles masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγώνου — τετράγωνος with four angles masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τετραγώνους — τετράγωνος with four angles masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»